σατανισμός

ο, Ν
1. η λατρεία τού σατανά, τού διαβόλου, ο οποίος στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση θεωρείται ως ενσάρκωση τού απόλυτου κακού
2. η συνειδητή και ηθελημένη λατρεία τού σατανά ως προσωποποίησης τού Κακού, με ωφελιμιστικούς σκοπούς, με στόχο να κερδηθεί η εύνοιά του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. satanism < Satan (βλ. σατανάς) + κατάλ. -ism].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σατανιστής — ο, θηλ. σατανίστρια, Ν [σατανισμός] οπαδός τού σατανισμού …   Dictionary of Greek

  • σατανιστικός — ή, ό, Ν [σατανισμός] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον σατανισμό και στον σατανιστή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.